Το δεύτερο θέμα της απολογιστικής συνεδρίασης του Δημοτικού Συμβουλίου Νάουσας, την Τρίτη 23 Δεκεμβρίου, αφορούσε για ακόμη μία φορά το ζήτημα των ετοιμόρροπων και επικίνδυνων κτιρίων στην πόλη, το οποίο, όπως επισημάνθηκε, επιδεινώθηκε μετά τα πρόσφατα έντονα καιρικά φαινόμενα.
Στην εισήγησή του, ο δημοτικός σύμβουλος της παράταξης «Άλμα» κ. Τόσιος σημείωσε ότι το πρόβλημα των ετοιμόρροπων κτιρίων δεν είναι νέο ούτε αφορά αποκλειστικά τη σημερινή δημοτική αρχή. Όπως ανέφερε, διαχρονικά κατατίθενται πολυάριθμες αιτήσεις πολιτών για επικίνδυνα κτίρια, ενώ από το 2021 έχει συσταθεί ειδική επιτροπή με τη συμμετοχή του Υπουργείου Περιβάλλοντος και του Υπουργείου Πολιτισμού για την αντιμετώπιση του ζητήματος.
Τόνισε ότι, πέραν της καταγραφής των κτιρίων —η οποία ξεκίνησε από την προηγούμενη δημοτική αρχή και συνεχίζεται— ζητούμενο είναι οι συγκεκριμένες ενέργειες που προτίθεται να αναλάβει ο Δήμος, όχι μόνο σε ό,τι αφορά την κατεδάφιση, αλλά κυρίως την προστασία και ανάδειξη κτιρίων με ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό χαρακτήρα, ειδικά σε περιοχές όπως τα Αλώνια και η Πουλιάνα. Όπως υπογράμμισε, στόχος θα πρέπει να είναι πρωτίστως η διατήρηση και ανάδειξη της αρχιτεκτονικής ταυτότητας και δευτερευόντως η κατεδάφιση, ζητώντας σαφείς απαντήσεις για τις ενέργειες που έχουν γίνει μέχρι σήμερα και για τον μελλοντικό σχεδιασμό.
Απαντώντας, ο αντιδήμαρχος Τεχνικών Έργων, Χωροταξίας και Πολιτικής Προστασίας κ. Θωμάς Ορδουλίδης ανέφερε ότι έχει ολοκληρωθεί η καταγραφή των περισσότερων ετοιμόρροπων κτιρίων, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που έχουν χαρακτηριστεί διατηρητέα ή ιδιαίτερου ενδιαφέροντος. Σύμφωνα με την ενημέρωση:
- όλοι οι ιδιοκτήτες έχουν ειδοποιηθεί,
- στα πιο επικίνδυνα κτίρια έχουν ληφθεί μέτρα προστασίας,
- αναμένεται η αυτοψία της επταμελούς επιτροπής, η οποία προγραμματίζεται για τις αρχές του νέου έτους, ώστε να αποφασιστεί εάν τα κτίρια θα κατεδαφιστούν ή όχι.
Όπως επισημάνθηκε, πέραν αυτών των ενεργειών δεν υπήρχε κάτι επιπλέον προς ανακοίνωση.
Στη συνέχεια, ο δήμαρχος Νάουσας ανέφερε ότι ήδη έχουν κατεδαφιστεί αρκετά επικίνδυνα κτίρια με δαπάνες του Δήμου, ενώ σε άλλες περιπτώσεις η κατεδάφιση πραγματοποιήθηκε με έξοδα των ιδιοκτητών. Τόνισε ότι, βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας, η ευθύνη για τη συντήρηση ή αποκατάσταση ενός κτιρίου ανήκει πρωτίστως στον ιδιοκτήτη, καθώς πρόκειται για ιδιωτικό περιουσιακό στοιχείο.
Όπως ανέφερε, στις περιπτώσεις που τα κτίρια δεν είναι διατηρητέα, η διαδικασία κατεδάφισης είναι σχετικά απλή και σύντομη. Για τα κτίρια με αρχιτεκτονικό χαρακτήρα, διευκρίνισε ότι στις περισσότερες περιπτώσεις δεν είναι διατηρητέο το σύνολο του κτιρίου αλλά οι όψεις του. Η βασική υποχρέωση του ιδιοκτήτη είναι η αποτύπωση της όψης από ειδικό αρχιτέκτονα, ώστε σε περίπτωση μελλοντικής αξιοποίησης ή ανοικοδόμησης, η νέα κατασκευή να αποκαταστήσει την πρόσοψη σύμφωνα με την καταγεγραμμένη μορφή.
Ο δήμαρχος σημείωσε ότι το πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο από τους Δήμους και ότι απαιτείται κρατική παρέμβαση, με τη μορφή κινήτρων ή οικονομικής ενίσχυσης προς τους ιδιοκτήτες για τη συντήρηση των κτιρίων. Παράλληλα, αναφέρθηκε και σε περιπτώσεις αδιαφορίας ιδιοκτητών, όπου το ζήτημα δεν είναι οικονομικό αλλά αφορά τη στάση ευθύνης.
Όπως ανέφερε, σε κτίρια με πραγματικό αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον, οι υπηρεσίες του Δήμου συνδράμουν στην αποτύπωση των όψεων, ώστε να διατηρείται η αρχιτεκτονική μνήμη και να υπάρχει τεκμηρίωση για μελλοντική αποκατάσταση ή ανακατασκευή.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στα ακίνητα αγνώστου ιδιοκτήτη, τα οποία, σύμφωνα με το ισχύον νομικό πλαίσιο, μετά την πάροδο συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος περιέρχονται στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο αναλαμβάνει πλέον και την ευθύνη τους.
Ο δήμαρχος ανέφερε παραδείγματα κτιρίων στα οποία ο Δήμος έχει παρέμβει για τη διατήρησή τους, όπως κτίρια στη Βενιζέλου, στο Ματθαίου, στο Λόγγου Τουρπάλη, καθώς και το 1ο–2ο Δημοτικό Σχολείο, τονίζοντας ότι όπου είναι εφικτό, με τα διαθέσιμα μέσα, καταβάλλεται προσπάθεια προστασίας σημαντικών κτισμάτων.
Στη δευτερολογία του, ο κ. Τόσιος εξέφρασε τη διαφωνία του με την προσέγγιση ότι το ζήτημα αφορά αποκλειστικά τους ιδιοκτήτες, σημειώνοντας ότι δεν μπορεί να παραμένουν επικίνδυνα κτίρια μέχρι να καταρρεύσουν, με κίνδυνο για ανθρώπινες ζωές. Πρότεινε, στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει δυνατότητα συντήρησης ή αποκατάστασης, να προχωρά η κατεδάφιση με δαπάνες του Δήμου, με το κόστος να καταλογίζεται μέσω του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων στους μελλοντικούς κληρονόμους ή ιδιοκτήτες.
Παράλληλα, επεσήμανε ότι το ζήτημα της ανάδειξης δεν αφορά μόνο μεμονωμένα κτίρια αλλά ολόκληρες συνοικίες με ενιαία αρχιτεκτονική φυσιογνωμία, όπως τα Αλώνια, όπου ο χαρακτήρας της γειτονιάς αποτελεί στοιχείο πολιτιστικής ταυτότητας.
Τέλος, ο κ. Τσίτσης από τη Λαϊκή Συσπείρωση σημείωσε ότι, με τα περιορισμένα κονδύλια που προβλέπονται στο τεχνικό πρόγραμμα για τα ετοιμόρροπα κτίρια, το πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί συνολικά. Τόνισε, ωστόσο, ότι προτεραιότητα πρέπει να είναι η αποτροπή ατυχημάτων και η προστασία της ανθρώπινης ζωής. Παράλληλα, αναφέρθηκε στην ανάγκη δημιουργίας αρχείου πολιτιστικής και αρχιτεκτονικής μνήμης της πόλης, μέσω παλαιών φωτογραφιών και άλλων τεκμηρίων, ώστε να καταγράφεται και να αναδεικνύεται η ιστορική εικόνα της Νάουσας.